14-12-2015
Έλληνες που γοητεύονται από την Σμύρνη και την Τουρκία
Aντιγράφω από ένα παλαιότερο δημοσίευμα της «Καθημερινής της Κυριακής» για την εγκατάσταση στις μέρες μας πολλών Ελλήνων πολιτών στην Σμύρνη. Ένα κύμα προσδοκίας για μια νέα ζωή και προσαρμογής παράλληλα σε έναν τρόπο ζωής που μοιάζει πολύ ανάμεσα σε Έλληνες και Τούρκους.

Μάθημα διδακτικό αναμφίβολα για εκείνους που επιμένουν να διαβάζουν την ιστορία μέσα από τα μίση και τους πολέμους και να μένουν δέσμιοι του παρελθόντος χωρίς να μπορούν να σχεδιάσουν ένα διαφορετικό παρόν και ένα ειρηνικό και ανθρώπινο μέλλον.

Στη δειλή ανασύσταση της ελληνικής κοινότητας έχουν συμβάλει πολλοί παράγοντες, από την προσωπικότητα του Πατριάρχη Βαρθολομαίου και την πολιτική βούληση των τουρκικών αρχών στη Σμύρνη, μέχρι την οικονομική κρίση στην Ελλάδα και την εγγύτητα στη νοοτροπία των δύο λαών.
Την πολιτική επιστήμονα Μαρία Κουτζιαμπασοπούλου έφερε από το Λονδίνο στη Σμύρνη μια υποτροφία από την Τουρκία, που της δίνει τη δυνατότητα να εκπονήσει το διδακτορικό της αλλά και να μάθει τη γλώσσα. Η επίσης πολιτική επιστήμονας Μαρία Μπρόζου, έχοντας δύο χρόνια «θητεία» στην Ιστανμπούλ, ανέλαβε τη σκυτάλη από τον Κυριάκο στο ίδιο ευρωπαϊκό πρόγραμμα.

«Η Σμύρνη τελικά ταιριάζει στην ιδιοσυγκρασία μου, γιατί εδώ οι ρυθμοί ζωής είναι ανθρώπινοι», παρατηρεί, αν και δεν σχεδιάζει να μείνει για πάντα―σε αντίθεση με τον Κυριάκο, που, όπως και πολλοί άλλοι «έποικοι», δεν κρύβει τον ενθουσιασμό του για τη νέα του πατρίδα.

«Εδώ ζω σαν βασιλιάς», διαβεβαιώνει ο 75χρονος Κώστας Λιγνάδης, που αν και συνταξιούχος, δεν δίστασε να μεταναστεύσει πριν από περίπου έξι χρόνια στη Σμύρνη, κυρίως για οικονομικούς λόγους.

«Έβαλα τα πράγματα κάτω και είδα ότι δεν βγαίνω», ομολογεί. «Φόρτωσα τα μπαγάζια μου στο αυτοκίνητό μου και ήρθα εδώ, όπου είχα από τα νιάτα μου έναν καλό φίλο, τον Αλή».

Τη Σμύρνη γνώριζε ήδη από τη δεκαετία του ’80, όταν ήταν μετανάστης στη Γερμανία. «Με καλούσε, άλλωστε, το σπίτι του πατέρα μου που βρισκόταν εκεί που σήμερα είναι το Hilton της Σμύρνης».
Πολλοί είναι οι συνομήλικοι φίλοι του στη Θεσσαλονίκη που σήμερα τον μακαρίζουν. «Με 2,5 λίρες τουρκικές μπορώ να διασχίσω μέχρι και 100 χιλιόμετρα και να απολαύσω τον καφέ μου σε ένα άλλο προάστιο», εξηγεί, ενώ μας δείχνει το ηλεκτρονικό του εισιτήριο: «Όταν θέλω να ψωνίσω κρέας ή ψάρι, που στην Τουρκία είναι ακριβά, περνώ απέναντι στη Χίο».

Στα παράλια άλλωστε οι περισσότερες ιστορίες που μας διηγούνται είναι μοιρασμένες ανάμεσα στις δύο ακτές.

«Από μικρό παιδί έβλεπα από το σπίτι μας στη Μυτιλήνη τα φώτα στην απέναντι όχθη και αναρωτιόμουν για τη ζωή των ανθρώπων εκεί», διηγείται από την πλευρά της η κ. Μυρσίνη Στέκα.
Έφτασε, λοιπόν, το πλήρωμα του χρόνου, να γνωρίσει τον γείτονα. «Η μετάβασή μου έγινε ομαλά, ξεκίνησα πριν από τρία χρόνια να μαθαίνω τη γλώσσα και να επισκέπτομαι συχνότερα τη Σμύρνη».
Ως Μυτιληνιά και απόφοιτη του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ένιωσε στη Σμύρνη οικεία.

«Η Σμύρνη δεν έχει να ζηλέψει κάτι από άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, είναι μια μητρόπολη που προσφέρει πολλές ευκαιρίες στους κατοίκους της».

Ως αναπληρώτρια φιλόλογος σε σχολεία της ιδιαίτερης πατρίδας της, είχε πάντοτε την αίσθηση ότι δεν είχε ξεδιπλώσει όλα τα ταλέντα της. «Το σύστημα απαιτεί από τον εκπαιδευτικό να μπει σε ένα καλούπι, που δεν ταίριαζε στην ιδιοσυγκρασία μου», σχολιάζει.

Σε μια μεταβατική περίοδο ξεκινά την αναζήτηση εργασίας και στις δύο χώρες, αλλά τελικά υπογράφει συμβόλαιο στη Σμύρνη.

«Μπορεί να μην κερδίζω πολλά, αλλά εδώ είχα την ευκαιρία να εξελιχθώ παραμένοντας στον ίδιο κλάδο, να αξιοποιήσω τις νέες τεχνολογίες στη διδασκαλία, όπως τους έξυπνους πίνακες, ενώ βρίσκομαι σε κοντινή απόσταση από την οικογένειά μου».

Στη συνοικία της, το Alsançak, δύο χρόνια μετά, πολλοί την αναγνωρίζουν και τη χαιρετούν εγκάρδια, «στη Σμύρνη η γειτονιά είναι ζωντανό κύτταρο».

Η δουλειά αλλά και ο έρωτας έκανε και την Εύα Κασκάνη να «ριζώσει» στη Σμύρνη. «Ερχόμουν συχνά από το 2006 εδώ, αναζητώντας πρώτη ύλη για τα κοσμήματα και τα έθνικ ρούχα που σχεδιάζω», αναφέρει.

«Με τη Σμύρνη με συνέδεε ανέκαθεν μεγάλη αγάπη, καθώς η οικογένειά μου καταγόταν από το Λιθρί και τα Αλάτσατα της Μικράς Ασίας». Μετακομίζοντας στη Σμύρνη δέχεται πρόταση από έναν Τούρκο, που μόλις είχε ανοίξει αντικερί, να πουλά τα κοσμήματά της στο μαγαζί του, ο οποίος έμελλε να γίνει σύζυγός της.

Σήμερα, το ζεύγος διατηρεί το Eskici Yusuf, όπου μοιραία φθάνουν πολλά αντικείμενα που κάποτε ανήκαν σε Έλληνες Σμυρνιούς: έπιπλα, εργόχειρα, μπιμπελό. «Φροντίζω αυτά να φτάνουν στην Ελλάδα, σε ιδιώτες ή μουσεία», επισημαίνει η κ. Κασκάνη, ενώ μας δείχνει ένα κόσμημα που φοράει: «Προέρχεται από μια μπομπονιέρα από έναν Αλέξανδρο που βαπτίστηκε στη Σμύρνη το 1918».

Με παλιούς, μάλιστα, ταφτάδες και πούλιες η κ. Κασκάνη δημιούργησε ένα νυφικό σε σύγχρονο σχέδιο, το οποίο δώρισε στον Σύλλογο Μικρασιατών Νέας Ερυθραίας με την προοπτική να το προσαρμόζει στο σώμα της κάθε φορά μια νύφη που δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να αγοράσει δικό της.

«Ήταν μια από τις πολλές ευχάριστες εκπλήξεις που μας περίμεναν στη Σμύρνη», λέει η κ. Ειρήνη Δημάκη, μέλος του συλλόγου, που ταξίδεψε μέχρι τη Σμύρνη για να παρακολουθήσει την πατριαρχική επίσκεψη. «Είναι η έβδομη φορά που έρχομαι, αλλά αυτή τη φορά η συγκίνηση είναι διαφορετική», εξομολογείται.
Haber Arama  

© 2015 Site Sahibi Gündem Gazetesidir.
info@gundemgazetesi.com