05-01-2016
Η ΚΡΙΣΗ ΣΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΛΛΑΔΑΣ-Ε.Ε. ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΖΩΝΗΣ
H Ελλάδα αποτέλεσε το 10ο πλήρες μέλος της τότε ΕΟΚ το 1981. Η πορεία της ενταξιακής της διαπραγμάτευσης δεν ήταν εύκολη καθώς από την δεκαετία του 1970 οι Γερμανοί, οι Ολλανδοί και λιγότερο, ίσως οι Γάλλοι, είχαν σοβαρές αντιρρήσεις για την είσοδο της Ελλάδας στην Κοινή Αγορά. Κάτι τελικά που επιτεύχθηκε χάρη στην επιμονή και πολιτική μαεστρία αλλά και τις διεθνείς σχέσεις του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Και μάλιστα, σε μια ιστορική περίοδο κατά την οποία το 60% τουλάχιστον του ελληνικού λαού τασσόταν εναντίον αυτής της ένταξης. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι δέκα μήνες μετά την ολοκλήρωση της ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ, το ΠΑΣΟΚ κέρδισε τις εκλογές, τον Οκτώβριο του 1981 με 48,5% των ψήφων και κεντρικό σύνθημα την έξοδο της χώρας από τη ΕΟΚ!
Στην πραγματικότητα, η Ελλάδα ήδη από το 1961 και πάλι με πρωθυπουργό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή είχε προχωρήσει σε συμφωνία τελωνειακής σύνδεσης με την ΕΟΚ, ως προθάλαμο μιας μελλοντικής πλήρους ένταξης. Αυτή η πλήρης ένταξη καθυστέρησε 20 ακριβώς χρόνια εξαιτίας της πολιτικής ανωμαλίας στην Ελλάδα που κορυφώθηκε με την επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας στις 21 Απριλίου του 1967, οπότε η Ευρώπη εξαιτίας της παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που συντελούνταν στην χώρα, πάγωσε κάθε διαπραγμάτευση με την στρατιωτική κυβέρνηση των Αθηνών.

Όμως, η Ελλάδα γεωγραφικά δεν έπαψε ποτέ να είναι μια πλήρως απομακρυσμένη περιοχή από την κεντρική και βόρεια Ευρώπη που αποτελούσε τον πυρήνα της τότε ΕΟΚ και να έχει παράλληλα σοβαρά προβλήματα με την Τουρκία, ιδίως μετά τα γεγονότα της Κύπρου το 1974 που οδήγησαν στην αποχώρησή της από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ.

Παράλληλα, τόσο η συντηρητική κυβέρνηση της Ν.Δ., όσο και η μετέπειτα σοσιαλιστική κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ που κυριάρχησε στην πολιτική σκηνή καθ’ όλη την δεκαετία του 1980 και την δεκαετία 1994-2004, διατηρούσαν προνομιακές σχέσεις με την Ανατολική Ευρώπη και τις χώρες που ανήκαν στην σφαίρα της Σοβιετικής επιρροής όπως ήταν η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Πολωνία αλλά και η ίδια η Σοβιετική Ένωση. Είναι χαρακτηριστική άλλωστε και ιστορικά καταγεγραμμένη η ενόχληση που προκάλεσε τόσο στην ηγεσία της τότε ΕΟΚ όσο και στην αμερικανική κυβέρνηση, η απόφαση του Ανδρέα Παπανδρέου, να επισκεφθεί την Πολωνία του στρατηγού Γιαρουζέλσκι, σε μια εποχή που υπήρχε διεθνές εμπάργκο εναντίον της, εξαιτίας της επιβολής του στρατιωτικού νόμου.

Αλλά και η οικονομία της Ελλάδας ήταν εξαιρετικά προβληματική και ελλειμματική ως προς τους ρυθμούς ανάπτυξης με έναν πολύ μεγάλο αγροτικό τομέα που κάλυπτε στις αρχές της δεκαετίας του 1980, το 30% του ενεργού πληθυσμού της χώρας, σε σχέση με την ατμομηχανή της βιομηχανικής ανάπτυξης που αποτελούσε ο ευρωπαϊκός βορράς. Και υπήρχε πάντοτε ο φόβος στην ελληνική κοινωνία ότι ή ένταξη στην Ε.Ο.Κ. θα έκανε τους Έλληνες να γίνουν «τα γκαρσόνια της Ευρώπης».

Παρόλα αυτά ο Ανδρέας Παπανδρέου με τις μεγάλες πολιτικές του ικανότητες πέτυχε αφενός να αλλάξει την αρνητική διάθεσή του λαού απέναντι στην ΕΟΚ, αφετέρου διεκδικώντας και κερδίζοντας μαζί με τα νέα μέλη που προστέθηκαν το 1985, την Ισπανία και την Πορτογαλία, τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα (ΜΟΠ), πέτυχε να φέρει στην ελληνική αγορά τόσα ευρωπαϊκά κονδύλια που ποτέ άλλοτε η ελληνική οικονομία δεν είχε απορροφήσει στο παρελθόν.

Στην συνέχεια ήρθαν και τα πακέτα στήριξης των χωρών του νότου μέσα από τις χρηματοδοτήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής καθώς και πολύ μεγάλα οικονομικά προγράμματα και πρωτοβουλίες στον αγροτικό τομέα, τα οποία άλλαξαν το κλίμα στην ελληνική κοινωνία, δημιουργώντας μια εικόνα επίπλαστης ευημερίας και ανάπτυξης.

Το πολιτικό σύστημα όμως της Ελλάδας ουδέποτε υιοθέτησε τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις για την αλλαγή των κανόνων στην εσωτερική αγορά, παραμένοντας διεφθαρμένο, εξυπηρετώντας την πολιτική του πελατεία και δίνοντας έμφαση στον δημόσιο τομέα, την κατανάλωση και το κράτος και όχι στην προώθηση ενός παραγωγικού και υγιούς μοντέλου ανάπτυξης.

Ο λαός όμως ήταν πλέον απολύτως ευχαριστημένος από την Ε.Ε. καθώς η οικονομική ευδαιμονία που είχε αναδείξει μια νέα ανερχόμενη μεσαία κοινωνική τάξη, δεν επέτρεπε να διαφανούν οι κίνδυνοι που υπήρχαν από τον στρεβλό τρόπο διάρθρωσης της οικονομίας.

Την ίδια στιγμή προς τα τέλη της δεκαετίας του 1990, η κυβέρνηση Σημίτη φρόντισε να άρει το βέτο για την ενταξιακή διαπραγμάτευση της Τουρκίας με την Ε.Ε., παίρνοντας ως αντάλλαγμα την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ε.Ε. που ολοκληρώθηκε τον Μάιο του 2003 και μεταθέτοντας την συζήτηση των ελληνοτουρκικών διενέξεων από διμερές επίπεδο σε επίπεδο Βρυξελλών.

Η ένταξη της Ελλάδας στο ευρώ από την 1-1-2002, επέτεινε τα διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας καθώς η Ελλάδα από την ανίσχυρη δραχμή που ως νόμισμα αποτελούσε στα χέρια των κυβερνήσεων μηχανισμό αναπαραγωγής των ελλειμμάτων της ελληνικής οικονομίας, βρέθηκε να διαχειρίζεται ένα σκληρό νόμισμα που δεν μπορούσε να το υποτιμήσει ώστε να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό των μεγάλων ευρωπαϊκών οικονομιών.

Το ξέσπασμα της κρίσης του 2008 βρήκε την ελληνική οικονομία παντελώς αδύναμη και τον λαό ανέτοιμο για να αντιμετωπίσει το καταστροφικό κύμα που ερχόταν κατά πάνω του.

Έτσι, μέσα σε 5 χρόνια η χώρα έχασε το 25% του ΑΕΠ της, κάτι που δεν έχει συμβεί σε καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα σε καιρό ειρήνης. Ο ελληνικός λαός έχασε την εμπιστοσύνη του απέναντι στην Ε.Ε. και οι ευρωπαϊκοί λαοί που μετέχουν στην ευρωζώνη μεταβλήθηκαν από εταίροι σε δανειστές της Ελλάδας με την επιβολή των Μνημονίων. Αποτέλεσμα ήταν να κλονιστεί πολύ σοβαρά η σχέση του ελληνικού λαού με τους άλλους ευρωπαϊκούς λαούς και η εμπιστοσύνη των υπολοίπων κυβερνήσεων απέναντι στις ελληνικές κυβερνήσεις που εξαιτίας της κρίσης άλλαζαν κάθε χρόνο. Η Ελλάδα από το 2009 μέχρι σήμερα άλλαξε 7 πρωθυπουργούς και το πολιτικό σύστημα διαλύθηκε. Η πρωτοφανής αυτή κρίση συνεχίζεται μέχρι και τις ημέρες μας.

Το 2016 θα είναι ένα έτος αποφασιστικό για το μέλλον της Ελλάδας και των ελληνο-ευρωπαϊκών σχέσεων.


Haber Arama  

© 2015 Site Sahibi Gündem Gazetesidir.
info@gundemgazetesi.com